Από το ηλιοβασίλεμα της 31ης Οκτωβρίου έως το ηλιοβασίλεμα της 1ης Νοεμβρίου, μια παλιά γαελική γιορτή έφερνε τον άνθρωπο στην πιο ευάλωτη καμπή του χρόνου: ανάμεσα στη συγκομιδή που μόλις είχε ολοκληρωθεί και στον χειμώνα που ερχόταν. Το Samhain, που προφέρεται περίπου «σάου-ιν» ή «σά-ουιν», δεν ήταν απλώς μια σκιά πίσω από το Halloween. Ήταν ένας τρόπος να μπει ο κόσμος σε τάξη πριν σκοτεινιάσει περισσότερο.

Στις παραδόσεις του Samhain, οι φωτιές μέσα στα σπίτια έσβηναν και οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν γύρω από μια μεγάλη κοινή φωτιά. Από εκεί έπαιρναν αναμμένα κάρβουνα ή φλόγα για να ανάψουν ξανά τις εστίες τους. Η εικόνα είναι πρακτική και συμβολική μαζί: η κοινότητα περνούσε από το τέλος της αγροτικής περιόδου σε μια εποχή κρύου, αποθεμάτων και αναμονής, παίρνοντας μαζί της στο σπίτι ένα κομμάτι συλλογικής φωτιάς.

Το πιο σκοτεινό στοιχείο του Samhain ήταν η δοξασία ότι εκείνες τις ώρες το όριο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και τον κόσμο των νεκρών γινόταν λεπτότερο. Πίστευαν πως οι νεκροί μπορούσαν να πλησιάσουν τους ζωντανούς, ενώ οι οικογένειες άφηναν φαγητό και ποτό έξω από τα σπίτια ως προσφορές. Στον ίδιο κύκλο ανήκαν και οι αναφορές σε μαγικά ή υπερφυσικά όντα· όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα, αλλά ως κομμάτια μιας κοσμοαντίληψης όπου η φύση, οι πρόγονοι και το αόρατο δεν χωρίζονταν απόλυτα.

Πίσω από τη μεταφυσική ατμόσφαιρα υπήρχε και μια πολύ γήινη ανάγκη. Το Samhain συνέπιπτε με την ολοκλήρωση της συγκομιδής, τη σφαγή ζώων και την προετοιμασία προμηθειών για τον χειμώνα. Τα κοινά γεύματα, οι φωτιές και η αποθήκευση τροφίμων δεν ήταν σκηνικό· ήταν ο τρόπος που μια αγροτική κοινωνία αναγνώριζε ότι η επιβίωση εξαρτιόταν από τον κύκλο των εποχών και τη συνεργασία.

Σήμερα, το Samhain συνδέεται με παγανιστικές καταβολές και το τιμούν και ορισμένες νεοπαγανιστικές κοινότητες. Το Halloween, από την άλλη, κουβαλά ίχνη που θυμίζουν εκείνον τον παλιό κύκλο: φωτιές, συγκεντρώσεις, φαγητό, μεταμφιέσεις, φαναράκια και παιδιά που περνούν από πόρτα σε πόρτα για γλυκά. Το σημερινό πέρασμα των παιδιών από πόρτα σε πόρτα για γλυκά δεν συνδέεται με τις προσφορές προς τους νεκρούς με μια απλή, βέβαιη γραμμή καταγωγής. Πιο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκεται η ιδέα ότι διαφορετικά ευρωπαϊκά έθιμα, λαϊκές δοξασίες και νεότερες πρακτικές ανακατεύτηκαν στο πέρασμα του χρόνου.

Η παρανόηση αρχίζει όταν το Samhain αντιμετωπίζεται μόνο ως «σκοτεινή» τελετή ή ως έτοιμο σκηνικό τρόμου. Η καρδιά του βρίσκεται αλλού: στη φωτιά που σβήνει και ξανανάβει, στο τραπέζι που γεμίζει πριν από τον χειμώνα, στη μνήμη των νεκρών ως ζωντανή συνήθεια, όχι ως μουσειακό έθιμο. Αν κάτι επιβιώνει από εκείνη τη γαελική νύχτα, δεν είναι μια βεβαιότητα για το υπερφυσικό, αλλά η παλιά ανθρώπινη ανάγκη να ανάβουμε φως όταν ο χρόνος γέρνει προς το σκοτάδι.