Ένα μεγάλο πλίνθινο κτίσμα ηλικίας περίπου 2. 600 ετών εντοπίστηκε στο υπέδαφος της αρχαίας Βουτούς, στο Δέλτα του Νείλου, με τη συνδυαστική χρήση δορυφορικών δεδομένων και γεωφυσικών μετρήσεων. Κάτω από τους τοίχους του, οι ερευνητές βρήκαν κάτι εξίσου ενδιαφέρον: ένα παχύ στρώμα καθαρής άμμου, το οποίο εκτιμούν ότι τοποθετήθηκε σκόπιμα για να προστατεύει το οικοδόμημα από το ασταθές, υγρό έδαφος.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Acta Geophysica, αφορά τον λόφο Κομ C στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο Τελ ελ-Φαραΐν, στο βορειοδυτικό Δέλτα. Εκεί, παλαιότερες ανασκαφές είχαν φτάσει σε κατάλοιπα των πτολεμαϊκών και ρωμαϊκών χρόνων, αλλά ο υδροφόρος ορίζοντας δυσκόλευε την πρόσβαση στα βαθύτερα στρώματα.

Η αναζήτηση ξεκίνησε με εικόνες ραντάρ από τον δορυφόρο Sentinel-1 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA). Το ραντάρ δεν έδωσε μια φωτογραφία των θαμμένων τοίχων: κατέγραψε διαφορές στην απόκριση της επιφάνειας, οι οποίες μπορούν να συνδέονται με μεταβολές της υγρασίας και του ανάγλυφου. Στα δεδομένα αυτά η ομάδα διέκρινε μια ωοειδή περιοχή με διαφορετική απόκριση, μήκους περίπου 128 μέτρων και πλάτους 62 μέτρων. Το εύρημα οδήγησε σε λεπτομερέστερη έρευνα στο έδαφος.

Για να χαρτογραφήσουν το υπέδαφος, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν μετρήσεις ηλεκτρικής τομογραφίας κατά μήκος 15 παράλληλων γραμμών, καλύπτοντας περίπου 5. 400 τετραγωνικά μέτρα. Κατά τη μέτρηση, διοχετεύεται ηλεκτρικό ρεύμα στο έδαφος και καταγράφεται η αντίσταση που συναντά. Επειδή η άμμος, ο υγρός πηλός και τα οικοδομικά υλικά παρουσιάζουν διαφορετική ηλεκτρική αντίσταση, οι μετρήσεις βοηθούν στη χαρτογράφηση των υπόγειων στρωμάτων και κατασκευών.

Σε βάθος περίπου τριών έως έξι μέτρων, η ομάδα εντόπισε ένα μεγάλο πλίνθινο οικοδόμημα, το οποίο χρονολογεί στην 26η δυναστεία, τη λεγόμενη Σαϊτική περίοδο. Χαμηλότερα, σε βάθος έξι έως επτά μέτρων, εντοπίστηκε το στρώμα καθαρής άμμου. Ανασκαφική τομή επιβεβαίωσε την παρουσία παχιών πλίνθινων τοίχων που πατούσαν πάνω του.

Για τους αρχαίους οικοδόμους, το πρόβλημα ήταν το ίδιο το έδαφος: η άργιλος διογκώνεται όταν απορροφά νερό και συρρικνώνεται καθώς στεγνώνει, καταπονώντας ό, τι στηρίζεται επάνω της. Σύμφωνα με την ερμηνεία των ερευνητών, η άμμος λειτουργούσε ως ενδιάμεσο στρώμα που κατένειμε το βάρος και διευκόλυνε την αποστράγγιση. Ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο Αμπντελαζίζ Ελφαντάλι, εξήγησε στο Live Science ότι περιόριζε επίσης την άνοδο της υγρασίας προς τις πλίνθους, οι οποίες είναι ευάλωτες στο νερό.

Η ακριβής χρήση του κτίσματος δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί: οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο να ήταν τάφος, κατοικία ιερέων ή ιερό. Η Βουτώ ήταν σημαντικό κέντρο λατρείας της Ουατζέτ, της θεάς-κόμπρας της Κάτω Αιγύπτου, και τα αντικείμενα που βρέθηκαν κοντά στο οικοδόμημα ενισχύουν την πιθανότητα θρησκευτικής ή ταφικής χρήσης. Ανάμεσά τους υπήρχαν μικρά ταφικά ειδώλια, τα οποία προορίζονταν να υπηρετούν τον νεκρό στη μεταθανάτια ζωή, καθώς και ένα ειδώλιο μπαμπουίνου από φαγεντιανή. Η μορφή του μπαμπουίνου συνδέεται με τον Θωθ, τον θεό της σοφίας.