
Ο Satoshi Kon πέθανε στα 46 του χρόνια, σε μια ηλικία όπου άλλοι δημιουργοί μόλις αρχίζουν να επαναλαμβάνονται. Στη δική του περίπτωση, δεν υπήρξε χρόνος για επανάληψη. Το έργο του έμεινε συμπαγές, περιορισμένο σε όγκο, αλλά δυσανάλογα μεγάλο σε επιρροή. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που συνεχίζει να μοιάζει πιο σύγχρονος από πολλούς ζωντανούς.
Ο Kon δεν αντιμετώπισε ποτέ τη φαντασία ως απόδραση. Στις ταινίες του, το φανταστικό δεν λειτουργεί σαν εναλλακτικός κόσμος, αλλά σαν μηχανισμός αποκάλυψης. Είναι το σημείο όπου η πραγματικότητα παύει να είναι σταθερή, όπου οι βεβαιότητες διαλύονται και ο άνθρωπος αναγκάζεται να δει τον εαυτό του χωρίς προστατευτικά φίλτρα.
Αυτό φαίνεται από την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το Perfect Blue. Εκεί, η διάλυση της ταυτότητας δεν παρουσιάζεται ως ψυχολογική παθολογία, αλλά ως φυσική συνέπεια ενός κόσμου που απαιτεί πολλαπλές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Η ηρωίδα δεν “χάνει τα λογικά της”. Χάνει τον έλεγχο της εικόνας της, της μνήμης της, της αφήγησης της ζωής της. Ο Kon δεν ξεχωρίζει ποτέ καθαρά τι είναι πραγματικό και τι όχι, γιατί για τον άνθρωπο που πιέζεται να ζήσει ταυτόχρονα ως πρόσωπο, προϊόν και φαντασίωση, αυτός ο διαχωρισμός παύει να έχει νόημα.
Στο Millennium Actress, η μνήμη μετατρέπεται σε κινηματογραφικό χώρο. Το παρελθόν, το παρόν και οι ρόλοι μιας ζωής μπλέκονται σε μια ενιαία αφήγηση, όπου δεν έχει σημασία τι συνέβη αντικειμενικά, αλλά τι επιβίωσε ως ιστορία. Ο Kon μοιάζει να λέει ότι η ταυτότητα δεν είναι γεγονός, αλλά αφήγημα. Και όπως κάθε αφήγημα, αλλάζει κάθε φορά που το αφηγούμαστε ξανά.
Το Paprika πηγαίνει ακόμη πιο μακριά. Εδώ, το όνειρο δεν είναι προσωπικός χώρος. Είναι κάτι που διαρρέει, εξαπλώνεται, μολύνει. Η τεχνολογία δεν απελευθερώνει τη φαντασία· την απορρυθμίζει. Ο Kon δεν φοβάται το όνειρο επειδή είναι παράλογο. Το φοβάται επειδή είναι ελκυστικό. Επειδή προσφέρει νόημα εκεί όπου η πραγματικότητα δυσκολεύεται να το δώσει. Και όταν τα όρια χαθούν, αυτό που καταρρέει δεν είναι ο κόσμος, αλλά η δυνατότητα διάκρισης.
Σε όλο του το έργο, ο Kon επιστρέφει εμμονικά στην ίδια αγωνία: ποιος είμαστε όταν αφαιρεθούν οι ρόλοι, οι προβολές και οι ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας. Δεν πιστεύει σε έναν σταθερό πυρήνα ταυτότητας. Αντίθετα, αντιμετωπίζει τον εαυτό ως κατασκευή, ως κάτι που συγκροτείται από εικόνες, μνήμες και βλέμματα τρίτων. Αυτό δεν τον οδηγεί σε κυνισμό, αλλά σε μια βαθιά ανησυχία για το πόσο εύθραυστοι είμαστε.
Ο πρόωρος θάνατός του δεν αφήνει την αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου έργου. Αφήνει την αίσθηση ενός έργου που σταμάτησε ακριβώς πριν γίνει ασφαλές. Ο Kon δεν πρόλαβε να εξηγήσει υπερβολικά τις ιδέες του, ούτε να τις επαναλάβει μέχρι να χάσουν την αιχμή τους. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα μοιάζει να μας αφορά περισσότερο από ποτέ, σε μια εποχή όπου η ταυτότητα είναι κατακερματισμένη, η εικόνα προηγείται της εμπειρίας και η φαντασία συχνά λειτουργεί ως υποκατάστατο της πραγματικότητας.
Ο Satoshi Kon δεν μας ζήτησε ποτέ να επιλέξουμε ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Μας έδειξε ότι το πρόβλημα αρχίζει όταν πιστεύουμε πως αυτή η επιλογή είναι ακόμη εφικτή.

