Ο χρόνος για τον άνθρωπο μοιάζει με μια ευθεία διαδρομή: πίσω όσα συνέβησαν, μπροστά όσα θα συμβούν, κι εμείς να κινούμαστε διαρκώς πάνω στη γραμμή σαν ταξιδιώτες που βλέπουν μόνο το σημείο όπου πατάνε. Αυτή η εικόνα όμως δεν ανήκει στο σύμπαν. Ανήκει στον τρόπο που η συνείδηση οργανώνει τις εμπειρίες της. Η μνήμη βάζει τάξη σε ό,τι ζήσαμε, η προσδοκία κάνει το ίδιο για ό,τι θα ζήσουμε, κι έτσι νομίζουμε ότι υπάρχει μια κατεύθυνση.
Αν απομακρυνόμασταν από αυτή τη γραμμή, όχι προχωρώντας πάνω της αλλά βγαίνοντας κάθετα, η εικόνα θα άλλαζε ριζικά. Η γραμμική αφήγηση θα κατέρρεε. Η αρχή και το τέλος θα έπαυαν να μοιάζουν με δύο άκρα και θα εμφανίζονταν σαν δύο περιοχές της ίδιας δομής. Και το σημαντικότερο: όλα τα γεγονότα — αυτά που ζήσαμε, αυτά που θα ζήσουμε, κι εκείνα που πιστεύουμε ότι “δεν έχουν έρθει ακόμη” — θα ήταν ταυτόχρονα ορατά.
Η γραμμή δεν θα σε υποχρέωνε πια να διασχίσεις τα σημεία της ένα ένα. Θα την έβλεπες σαν ενιαίο σύνολο. Ό,τι σήμερα θεωρείς παρελθόν και ό,τι ονομάζεις μέλλον θα έμοιαζαν με φωτεινές κουκίδες απλωμένες μπροστά σου, όλες παρούσες, όλες διαθέσιμες την ίδια στιγμή. Η αίσθηση της ροής θα εξαφανιζόταν, γιατί η ροή είναι προϊόν του ταξιδιού πάνω στη γραμμή, όχι της ίδιας της γραμμής.
Η φυσική της σχετικότητας δεν το αποκλείει αυτό. Περιγράφει τον χωροχρόνο σαν μια σταθερή κατασκευή, όπου κάθε γεγονός έχει θέση. Εμείς είμαστε που τον βιώνουμε κομμάτι-κομμάτι, επειδή μετακινούμαστε μέσα του με έναν συγκεκριμένο ρυθμό. Ένα σημείο που τρέχει σε μια γραμμή δεν μπορεί να δει όλη τη διαδρομή, αλλά η γραμμή δεν παύει ποτέ να είναι εκεί.
Αν βγαίναμε λοιπόν από τη δική μας θέση και κοιτούσαμε από μακριά, δεν θα βλέπαμε ζωή που εκτυλίσσεται. Θα βλέπαμε ζωή που συνυπάρχει. Θα βλέπαμε το σύνολο των γεγονότων όχι ως ακολουθία, αλλά ως ταυτόχρονη παρουσία. Και τότε ίσως καταλαβαίναμε ότι το “τώρα” είναι απλώς το σημείο που παρατηρούμε, όχι το μοναδικό σημείο που υπάρχει.

