Τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός, κάτι άλλο γεννήθηκε πολύ μακριά από τη Βηθλεέμ.

Ο ουρανός δεν άνοιξε. Δεν υπήρχε λόγος. Στον Αμαζόνιο, η νύχτα είναι πάντα παρούσα με τα φωτεινά της αστέρια να σκεπάζουν το τροπικό δάσος. Μια γυναίκα γέννησε μόνη της, δίπλα στο νερό, εκεί όπου το δάσος αραιώνει για λίγο και κλείνει ξανά αμέσως μετά.

Το παιδί δεν έκλαψε δυνατά. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω του, σαν να είχε φτάσει κάπου γνώριμα. Τα ζώα δεν πλησίασαν, αλλά ούτε απομακρύνθηκαν. Ο αέρας άλλαξε για λίγο και ύστερα συνέχισε όπως πριν.

Κανείς δεν κράτησε τη στιγμή.

Το παιδί μεγάλωσε χωρίς να ξεχωρίζει. Έτρεχε μαζί με τα άλλα, αρρώσταινε, πεινούσε, μάθαινε. Έμαθε πότε το δάσος προειδοποιεί και πότε απλώς μιλά. Έμαθε να περιμένει. Έμαθε να μη βιάζεται να απαντήσει.

Όταν άρχισε να μιλά, δεν το έκανε για να τον ακούσουν πολλοί. Μιλούσε σε όποιον καθόταν κοντά του. Δεν ζητούσε να τον θυμούνται. Όσα έλεγε δεν έμοιαζαν καινούργια· κι όμως, κανείς δεν μπορούσε να πει πότε τα είχε ακούσει πρώτη φορά.

Οι άνθρωποι άλλαζαν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Όχι απότομα. Σαν να έβρισκαν ξανά έναν ρυθμό που είχαν χάσει.

Με τον καιρό, έπαψαν να τον αναζητούν. Ήταν πάντα εκεί. Ή μάλλον, ήταν πάντα κάτι που περνούσε.

Όταν πέθανε, δεν υπήρξε σιωπή. Το δάσος δεν τηρεί τέτοια έθιμα. Το σώμα έμεινε στη γη και η ζωή συνέχισε να κινείται γύρω του. Κανείς δεν είπε ιστορία. Κανείς δεν κράτησε λόγια.

Από τότε, όμως, υπήρχαν πράγματα που γίνονταν με τον ίδιο τρόπο, χωρίς να έχουν συμφωνηθεί ποτέ.

Και στο διάστημα αυτό, γεννήθηκαν άνθρωποι που δεν ήξεραν γιατί κάποια πράγματα γίνονταν έτσι — μόνο ότι έτσι γίνονταν.

Στον άλλο κόσμο, το παιδί της Βηθλεέμ μεγάλωσε και μίλησε. Οι λέξεις του ταξίδεψαν. Άλλαξαν χέρια. Έγιναν γραφή. Έγιναν πίστη. Έγιναν εξουσία. Άνθρωποι πέθαναν γι’ αυτές και άλλοι έζησαν από αυτές.

Και οι αιώνες πέρασαν.

Κάποτε, ο χρόνος χαλάρωσε αρκετά ώστε ο ένας να δει τον άλλον στον ύπνο του.

Δεν υπήρχε τόπος στο όνειρο. Μόνο φως και σκιά, σαν δύο πλευρές του ίδιου χώρου. Δεν μίλησαν. Δεν υπήρχε λόγος. Κοιτάχτηκαν όπως κοιτάζονται όσοι δεν χρειάζεται να ρωτήσουν.

Ο ένας είδε πλήθη. Λέξεις που επαναλαμβάνονταν. Σώματα που γονάτιζαν και άλλα που όρθωναν λάβαρα.
Ο άλλος είδε δέντρα που μεγάλωναν αργά. Ανθρώπους που περπατούσαν χωρίς να αφήνουν σημάδια.

Όταν ξύπνησαν, κανείς δεν θυμόταν το όνειρο καθαρά. Μόνο μια αίσθηση ότι κάτι είχε ήδη συμβεί. Κάτι που δεν χρειαζόταν να ειπωθεί.

Όταν οι πρώτοι ιεραπόστολοι έφτασαν στον Αμαζόνιο, είχαν μαζί τους ιστορίες, εικόνες, μια αφήγηση που ήξερε πού αρχίζει και πού τελειώνει. Μίλησαν για γέννηση, για σταυρό, για σωτηρία. Οι άνθρωποι άκουσαν με προσοχή, αλλά χωρίς την αγωνία εκείνων που περιμένουν απάντηση.

Οι ιεραπόστολοι έμειναν περισσότερο απ’ όσο είχαν υπολογίσει. Κάτι δεν ταίριαζε.

Σε διαφορετικά χωριά άκουγαν παρόμοιες λέξεις, ειπωμένες αλλιώς. Έβλεπαν ίδιες κινήσεις, χωρίς να έχουν διδαχθεί από κάποιον. Υπήρχαν σημεία στο δάσος που όλοι απέφευγαν χωρίς να ξέρουν γιατί. Υπήρχαν αποφάσεις που παίρνονταν χωρίς συμβούλιο.

Ένας από αυτούς άρχισε να καταλαβαίνει.

Δεν υπήρχε μνήμη ενός προσώπου. Υπήρχε συνέχεια ενός τρόπου. Κάτι είχε υπάρξει, είχε περάσει, και δεν είχε μείνει για να το δείξεις.

Όταν έφυγαν, δεν μίλησαν γι’ αυτό στους άλλους. Δεν υπήρχε τρόπος να το περιγράψουν χωρίς να το χαλάσουν.

Κάθε χρόνο, αλλού, ο κόσμος γιορτάζει μια γέννηση. Τη φωτίζει, τη στολίζει, τη λέει ξανά και ξανά για να μην ξεχαστεί.

Κανείς δεν γιορτάζει εκείνη τη νύχτα στον Αμαζόνιο. Δεν υπάρχει λόγος. Δεν χάθηκε.

Μερικές γεννήσεις δεν γίνονται ιστορία.
Μένουν στον κόσμο και τον κρατούν όπως είναι.