Ένα παγωμένο πρωινό του 19ου αιώνα, οι κάτοικοι του Ντέβον ανακάλυψαν στο χιόνι μια παράξενη αλυσίδα αποτυπωμάτων. Τα ίχνη περνούσαν από κήπους, στέγες και ψηλούς τοίχους. Τι ήταν αυτό που είχε διασχίσει την περιοχή μέσα στη νύχτα;

Μια νύχτα που άφησε πίσω της κάτι παράξενο

Το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου 1855, οι κάτοικοι του νότιου Ντέβον, στη νοτιοδυτική Αγγλία, ξύπνησαν αντικρίζοντας ένα ασυνήθιστο θέαμα. Η χιονόπτωση της προηγούμενης νύχτας είχε καλύψει δρόμους, χωράφια και κήπους με ένα λευκό στρώμα. Όμως πάνω σε αυτή την παγωμένη επιφάνεια υπήρχε κάτι που κανείς δεν περίμενε: μια σειρά από παράξενα αποτυπώματα διέσχιζε το χιόνι.

Δεν έμοιαζαν με ανθρώπινα βήματα. Ούτε με τα συνηθισμένα ίχνη κάποιου σκύλου, αλεπούς ή άλλου ζώου της περιοχής. Ήταν μικρά, στενόμακρα, με σχήμα που θύμιζε σχιστή οπλή. Το πιο αλλόκοτο, όμως, δεν ήταν η μορφή τους. Ήταν η διαδρομή τους.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν εκείνη την εποχή, τα αποτυπώματα εμφανίζονταν σε κήπους, περνούσαν πάνω από μάντρες, εντοπίζονταν σε στέγες και συνέχιζαν σε σημεία όπου η πρόσβαση ενός συνηθισμένου ζώου φαινόταν εξαιρετικά δύσκολη. Σε αρκετές περιγραφές, τα ίχνη σχημάτιζαν μία σχεδόν απόλυτα ευθεία γραμμή, σαν το πλάσμα που τα άφησε να τοποθετούσε το ένα πόδι ακριβώς μπροστά από το άλλο.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε ένας από τους πιο παράξενους θρύλους της βικτωριανής Αγγλίας: τα Devil’s Footprints, τα αποτυπώματα του Διαβόλου.

Μια διαδρομή που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει

Οι αναφορές δεν περιορίζονταν σε έναν κήπο ή σε κάποιο απομονωμένο χωράφι. Παρόμοια ίχνη αναφέρθηκαν σε διάφορες κοινότητες γύρω από τις εκβολές του ποταμού Exe, μεταξύ άλλων στο Exmouth, στο Topsham και σε γειτονικές περιοχές.

Ορισμένες ιστορικές αφηγήσεις υποστήριζαν ότι η συνολική έκταση των διαδρομών έφτανε δεκάδες χιλιόμετρα, με μεταγενέστερες αναπαραγωγές της ιστορίας να κάνουν λόγο ακόμη και για περίπου 100 μίλια. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάποιος παρακολούθησε και επιβεβαίωσε μια ενιαία, αδιάκοπη πορεία τέτοιου μήκους. Οι μαρτυρίες προέρχονταν από διαφορετικά σημεία και δεν ήταν πάντοτε δυνατό να διαπιστωθεί αν αφορούσαν το ίδιο ζώο ή ακόμη και το ίδιο είδος αποτυπωμάτων.

Για τους κατοίκους, ωστόσο, εκείνο που είχε σημασία ήταν όσα έβλεπαν μπροστά τους. Πώς μπορούσε ένα ζώο να αφήσει ίχνη που έμοιαζαν να συνεχίζονται πέρα από εμπόδια; Πώς μπορούσαν να εμφανιστούν παρόμοια αποτυπώματα σε τόσο διαφορετικές τοποθεσίες μέσα σε μία νύχτα; Και, κυρίως, τι είδους πλάσμα περπατούσε με αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο;

Στη βικτωριανή κοινωνία, όπου η θρησκευτική παράδοση και οι τοπικές δεισιδαιμονίες εξακολουθούσαν να επηρεάζουν την καθημερινότητα, η εικόνα μιας σχιστής οπλής είχε έναν ιδιαίτερα σκοτεινό συμβολισμό. Δεν χρειάστηκε πολύ για να συνδεθεί το περιστατικό με τον ίδιο τον Διάβολο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι παρόμοιες αναφορές υπήρχαν και πριν από το περιστατικό του Ντέβον. Στις 14 Μαρτίου 1840, η εφημερίδα The Times δημοσίευσε περιγραφή παράξενων αποτυπωμάτων σε χιονισμένη περιοχή της Σκωτίας. Τα ίχνη φέρονταν να μοιάζουν με εκείνα μόσχου, όμως ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονταν στο έδαφος δημιουργούσε ερωτήματα. Η κίνηση του ζώου περιγραφόταν περισσότερο ως διαδοχικά άλματα παρά ως κανονικό βάδισμα.

Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, τον Ιανουάριο του 1945, μια άλλη ιστορία εμφανίστηκε στο Everberg του Βελγίου. Εκεί αναφέρθηκαν μικρά αποτυπώματα μήκους περίπου 6,4 εκατοστών και πλάτους 3,8 εκατοστών. Αρχικά παρουσιάζονταν σε ζεύγη και στη συνέχεια σχημάτιζαν μία μονή σειρά, με αποστάσεις που υποδήλωναν διαδοχικά πηδήματα.

Σύμφωνα με την περιγραφή, τα ίχνη περνούσαν από χωράφια, δασικές εκτάσεις και χιονοσυσσωρεύσεις, χωρίς να υπάρχουν πάντοτε τα βαθύτερα σημάδια που θα περίμενε κανείς από ένα σχετικά βαρύ ζώο. Οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν μέρος της ιστορικής βιβλιογραφίας γύρω από τα ανεξήγητα αποτυπώματα, αλλά η αξιοπιστία και η πληρότητα των αρχικών παρατηρήσεων χρειάζονται προσεκτική εξέταση.

Το κοινό στοιχείο τους ήταν πάντως εντυπωσιακό: ένα ασυνήθιστο σχήμα αποτυπώματος, μια παράξενη διάταξη βημάτων και η εντύπωση ότι κάτι είχε κινηθεί με τρόπο διαφορετικό από τα γνωστά ζώα.

Τι μπορούσε πραγματικά να αφήσει αυτά τα ίχνη;

Παρά τη μυστηριώδη φήμη τους, τα αποτυπώματα του Ντέβον δεν έμειναν χωρίς πιθανές φυσικές εξηγήσεις. Μία από τις συχνότερες υποθέσεις αφορά μικρά θηλαστικά, όπως οι λαγοί και άλλα ζώα που μετακινούνται με άλματα.

Όταν ένα τέτοιο ζώο κινείται πάνω στο χιόνι, τα πίσω πόδια του μπορούν να προσγειωθούν κοντά στα εμπρόσθια ή να επικαλύψουν προηγούμενα ίχνη. Ανάλογα με τη σύσταση του χιονιού, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα αποτύπωμα πολύ διαφορετικό από το πραγματικό σχήμα του ποδιού. Άλλες ερμηνείες έχουν αναφερθεί σε ασβούς, ποντίκια, πτηνά ή ζώα με πραγματικά σχιστές οπλές.

Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που συχνά παραβλέπεται: το χιόνι δεν διατηρεί πάντοτε πιστά το αποτύπωμα που δέχεται. Η μερική τήξη, η επανακατάψυξη, ο άνεμος και οι αλλαγές θερμοκρασίας μπορούν να μεταμορφώσουν ένα αρχικά αναγνωρίσιμο ίχνος σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα αποτύπωμα μπορεί να επιμηκυνθεί, να χάσει λεπτομέρειες ή να αποκτήσει ένα συμμετρικό σχήμα που θυμίζει οπλή.

Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ορισμένοι παρατηρητές πίστευαν ότι έβλεπαν ίχνη άγνωστου πλάσματος. Δεν εξηγεί, ωστόσο, αυτομάτως κάθε επιμέρους μαρτυρία, ιδιαίτερα όσες αφορούσαν αποτυπώματα σε δυσπρόσιτες επιφάνειες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δυσκολία του ιστορικού περιστατικού: δεν έχουμε ένα ενιαίο, λεπτομερώς καταγεγραμμένο σύνολο στοιχείων, αλλά πολλές περιγραφές, με διαφορετικό βαθμό αξιοπιστίας.

Μήπως δεν υπήρξε ποτέ ένα και μοναδικό πλάσμα;

Υπάρχει μια ακόμη πιθανότητα, λιγότερο εντυπωσιακή αλλά ίσως πιο πειστική. Τα αποτυπώματα που παρατηρήθηκαν εκείνο το πρωινό ενδέχεται να μην είχαν όλα την ίδια προέλευση.

Διαφορετικά ζώα, κινούμενα σε παρόμοιες καιρικές συνθήκες, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ίχνη που έμοιαζαν μεταξύ τους. Καθώς οι περιγραφές κυκλοφορούσαν από χωριό σε χωριό και από εφημερίδα σε εφημερίδα, οι ξεχωριστές παρατηρήσεις ίσως ενώθηκαν σε μία μεγάλη ιστορία. Η ανθρώπινη φαντασία ανέλαβε τα υπόλοιπα.

Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι οι μάρτυρες επινόησαν όσα είδαν. Είναι απολύτως πιθανό να παρατήρησαν πραγματικά, ασυνήθιστα αποτυπώματα. Άλλο, όμως, το τι παρατήρησε κάποιος και άλλο η εξήγηση που έδωσε σε αυτό. Και όταν ένα ολόκληρο χωριό συζητά για τα ίχνη ενός μυστηριώδους πλάσματος, κάθε νέο σημάδι στο χιόνι αποκτά ξαφνικά διαφορετική σημασία.

Το μυστήριο που επέζησε από τον χειμώνα

Το χιόνι εκείνου του Φεβρουαρίου έλιωσε εδώ και σχεδόν δύο αιώνες. Τα αποτυπώματα εξαφανίστηκαν μαζί του. Αυτό που έμεινε ήταν οι εφημερίδες, οι μαρτυρίες και μια ιστορία που εξακολουθεί να εμφανίζεται σε βιβλία, αφιερώματα και συζητήσεις για ανεξήγητα φαινόμενα.

Σήμερα δεν υπάρχει επαρκές φυσικό υλικό για να εξεταστούν με σύγχρονες μεθόδους τα ίδια τα ίχνη. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα πόσες από τις ιστορικές περιγραφές ήταν ακριβείς. Οι φυσικές εξηγήσεις είναι εύλογες και δεν υπάρχει αξιόπιστη ένδειξη υπερφυσικής προέλευσης. Παραμένει, ωστόσο, αδύνατο να ταυτοποιηθεί οριστικά η αιτία κάθε αποτυπώματος που αναφέρθηκε.

Ίσως εκείνη τη νύχτα να πέρασαν απλώς μερικά ζώα από τα χιονισμένα χωριά του Ντέβον. Ίσως μια σπάνια συνάντηση καιρικών συνθηκών και ανθρώπινης φαντασίας να δημιούργησε έναν θρύλο που κανείς δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει.

Το βέβαιο είναι ότι, το πρωί της 9ης Φεβρουαρίου 1855, κάποιοι άνθρωποι κοίταξαν το χιόνι έξω από τα σπίτια τους και είδαν κάτι που δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Και από εκείνη τη στιγμή, μια συνηθισμένη χειμωνιάτικη νύχτα πέρασε στην ιστορία ως η νύχτα που ο Διάβολος περπάτησε στο Ντέβον.